Local cover image
Local cover image

Ανέσπερος / Μαίρη Κόντζογλου.

By: Material type: TextLanguage: Greek, Modern (1453- ) Series: Από ήλιο σε ήλιο (Μεταίχμιο) | Ελληνική πεζογραφία (Μεταίχμιο)Publication details: Αθήνα : Μεταίχμιο, 2024.Edition: 1η έκδDescription: 488 σ. ; 21 εκISBN:
  • 978-618-03-3927-7
Subject(s): DDC classification:
  • 889.3
Summary: Η ολοκλήρωση της διλογίας της Μαίρης Κόντζογλου «Από ήλιο σε ήλιο», για την ιστορική «ματωμένη απεργία της Σερίφου». Αρχές του 20ού αιώνα. Στην Ευρώπη οι νέοι σκοτώνονται στα χαρακώματα του πρώτου παγκόσμιου πολέμου και στη Σέριφο στις σκοτεινές γαλαρίες των μεταλλείων. Στις παράπλευρες απώλειες υπολογίζεται και η νεαρή σύζυγος του πανίσχυρου πια Γκρόμαν, η Ανδρομέδα που βουλιάζει στη θλίψη και αρνείται την πραγματικότητα. Ένα τραγικό γεγονός θα τη βγάλει από τον συναισθηματικό της λήθαργο, θα την αφυπνίσει σαν άνθρωπο και θα την κάνει να απαιτήσει τη ζωή της πίσω. Στο μεταξύ οι εργάτες των μεταλλείων, υπό την καθοδήγηση του Σπέρα και του Περσέα, όταν η κατάσταση στα μεταλλεία φτάσει στο απροχώρητο, θα κηρύξουν απεργία διεκδικώντας ασφάλεια και αξιοπρέπεια. Θα χυθεί αίμα, θα χαθούν ζωές αλλά εκείνοι θα είναι ανυποχώρητοι μέχρι την τελική λύση. Και οι ήρωες αυτής της ιστορίας θα συνεχίσουν να αγωνίζονται για την αγάπη και την δικαιοσύνη από ήλιο σε ήλιο. Η «ματωμένη απεργία της Σερίφου» μπαίνοντας κάτω από το συγγραφικό μικροσκόπιο της Μαίρης Κόντζογλου γέννησε ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα για έναν μεγάλο αγώνα, έναν έρωτα και τον τόπο που έθρεψε θεούς και ήρωες. Σπίθες γέμιζαν τον αέρα, μύριζε την αγωνία τους, άκουγε τις τραχιές φούστες να τρίζουν, ξερόκλαδα στη φωτιά, γευόταν τη σκόνη που σήκωναν οι γυμνές πατούσες καθώς σβάρνιζαν το χώμα. Μπροστά πήγαινε το παιδομάνι, κάπως σαν χαρούμενο – πώς να βάνουν με τον νου τους κακό… Κεφάλια κουρεμένα με την ψιλή, σκασμένα μάγουλα, πληγιασμένα γόνατα, πρησμένες κοιλιές, μύξες και δάκρυα. Στάθηκαν σε μια άκρη, δεν μπορούσαν να φύγουν χωρίς να μάθουν, φώναζαν κάτω από τα παράθυρα των γραφείων, πείτε μας! Δώστε μας ονόματα! Μια μεσήλικη σήκωσε πέτρα, την πέταξε με δύναμη, αστόχησε. Και η παιδική φωνή «Ο πατέρααααας… Πού είναι ο πατέρας μου;» έσχισε τη νύχτα, θρήνος απλώθηκε.
Item type: Λογοτεχνία
Tags from this library: No tags from this library for this title.
Holdings
Cover image Item type Current library Home library Collection Shelving location Call number Materials specified Vol info URL Copy number Status Notes Date due Barcode Item holds Item hold queue priority Course reserves
Δημοτική Βιβλιοθήκη Περιστερίου 889.3 ΚΟΝ 1 Available 18436

Η ολοκλήρωση της διλογίας της Μαίρης Κόντζογλου «Από ήλιο σε ήλιο», για την ιστορική «ματωμένη απεργία της Σερίφου».
Αρχές του 20ού αιώνα. Στην Ευρώπη οι νέοι σκοτώνονται στα χαρακώματα του πρώτου παγκόσμιου πολέμου και στη Σέριφο στις σκοτεινές γαλαρίες των μεταλλείων.
Στις παράπλευρες απώλειες υπολογίζεται και η νεαρή σύζυγος του πανίσχυρου πια Γκρόμαν, η Ανδρομέδα που βουλιάζει στη θλίψη και αρνείται την πραγματικότητα.
Ένα τραγικό γεγονός θα τη βγάλει από τον συναισθηματικό της λήθαργο, θα την αφυπνίσει σαν άνθρωπο και θα την κάνει να απαιτήσει τη ζωή της πίσω.
Στο μεταξύ οι εργάτες των μεταλλείων, υπό την καθοδήγηση του Σπέρα και του Περσέα, όταν η κατάσταση στα μεταλλεία φτάσει στο απροχώρητο, θα κηρύξουν απεργία διεκδικώντας ασφάλεια και αξιοπρέπεια. Θα χυθεί αίμα, θα χαθούν ζωές αλλά εκείνοι θα είναι ανυποχώρητοι μέχρι την τελική λύση.
Και οι ήρωες αυτής της ιστορίας θα συνεχίσουν να αγωνίζονται για την αγάπη και την δικαιοσύνη από ήλιο σε ήλιο.

Η «ματωμένη απεργία της Σερίφου» μπαίνοντας κάτω από το συγγραφικό μικροσκόπιο της Μαίρης Κόντζογλου γέννησε ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα για έναν μεγάλο αγώνα, έναν έρωτα και τον τόπο που έθρεψε θεούς και ήρωες.

Σπίθες γέμιζαν τον αέρα, μύριζε την αγωνία τους, άκουγε τις τραχιές φούστες να τρίζουν, ξερόκλαδα στη φωτιά, γευόταν τη σκόνη που σήκωναν οι γυμνές πατούσες καθώς σβάρνιζαν το χώμα. Μπροστά πήγαινε το παιδομάνι, κάπως σαν χαρούμενο – πώς να βάνουν με τον νου τους κακό… Κεφάλια κουρεμένα με την ψιλή, σκασμένα μάγουλα, πληγιασμένα γόνατα, πρησμένες κοιλιές, μύξες και δάκρυα.
Στάθηκαν σε μια άκρη, δεν μπορούσαν να φύγουν χωρίς να μάθουν, φώναζαν κάτω από τα παράθυρα των γραφείων, πείτε μας! Δώστε μας ονόματα!
Μια μεσήλικη σήκωσε πέτρα, την πέταξε με δύναμη, αστόχησε.
Και η παιδική φωνή «Ο πατέρααααας… Πού είναι ο πατέρας μου;» έσχισε τη νύχτα, θρήνος απλώθηκε.

Click on an image to view it in the image viewer

Local cover image