Local cover image
Local cover image

Η τιμωρία : μυθιστόρημα / Σπύρου Ζήση.

By: Material type: TextLanguage: Greek, Modern (1453- ) Publication details: Αθήνα : Θουκυδίδης, 1982.Description: 153 σ.; 21 εκSubject(s): DDC classification:
  • 889.3
Summary: Αγαπούσε ξεχωριστά τον Κίτσο. Τον ένιωθε μες στην καρδιά του. Πέταξε από χαρά όταν άκουσε πως θα πήγαινε μ'αυτούς τους λεβέντες. Τους θαύμαζε και τους καμάρωνε, όταν χόρευαν στην αυλή της εκκλησιάς με τ'αντάρτικα τραγούδια, όταν τους έβλεπε να ανεβαίνουν αρματωμένοι το βουνό, πηγαίνοντας θαραλλέα σε κάποια μάχη. Έτσι ο γιός του φόρεσε τη στολή του αντάρτη. Τον έστειλε κάπου εκεί προς τα βορεινά χωριά. Λίγες μέρες μετά έλαβε ένα γράμμα του. Τού'γραφε πως μαθαίνει τόσα πράματα σε τούτο το στρατό, που ούτε και σε σχολειό αν πήγαινε δεν θα τα μάθαινε. Όλοι εκεί τον αγαπούσαν και του φέρνονταν σά να'ταν καλύτερα κι απ'αδέρφια. Ο Καρτέρης πρώτη φορά ένιωθε έτσι. Σ'όλη τη μέχρι τότε ζωή του, ήταν κλεισμένος όχι μόνο στον εαυτό του, αλλά και από τους άλλους χωριανούς του. Τους απέφευγε γιατί νόμιζε πως τον βλέπανε σαν κακούργο, σαν ένα ξένο που ήρθε σ'αυτό το χωριό να κρύψει τη ντροπιασμένη μορφή του. Τώρα ήθελε νατους φωνάξει: ''Έι σεις κιοτήδες. Κοιτάξτε, ο γιός μου πολεμάει αντρίκεια με τα παλληκάρια του Λαϊκού Στρατού. Άιντε λοιπόν, τα δικά σας παιδιά τι κάνουν;'
Item type: Λογοτεχνία
Tags from this library: No tags from this library for this title.
Holdings
Cover image Item type Current library Home library Collection Shelving location Call number Materials specified Vol info URL Copy number Status Notes Date due Barcode Item holds Item hold queue priority Course reserves
Δημοτική Βιβλιοθήκη Περιστερίου 889.3 ΖΗΣ 2 Available 11070
Δημοτική Βιβλιοθήκη Περιστερίου 889.3 ΖΗΣ 1 Withdrawn Δωρεά στη Βιβλιοθήκη του Άλσους Περιστερίου 379

Αγαπούσε ξεχωριστά τον Κίτσο. Τον ένιωθε μες στην καρδιά του. Πέταξε από χαρά όταν άκουσε πως θα πήγαινε μ'αυτούς τους λεβέντες. Τους θαύμαζε και τους καμάρωνε, όταν χόρευαν στην αυλή της εκκλησιάς με τ'αντάρτικα τραγούδια, όταν τους έβλεπε να ανεβαίνουν αρματωμένοι το βουνό, πηγαίνοντας θαραλλέα σε κάποια μάχη. Έτσι ο γιός του φόρεσε τη στολή του αντάρτη. Τον έστειλε κάπου εκεί προς τα βορεινά χωριά. Λίγες μέρες μετά έλαβε ένα γράμμα του. Τού'γραφε πως μαθαίνει τόσα πράματα σε τούτο το στρατό, που ούτε και σε σχολειό αν πήγαινε δεν θα τα μάθαινε. Όλοι εκεί τον αγαπούσαν και του φέρνονταν σά να'ταν καλύτερα κι απ'αδέρφια. Ο Καρτέρης πρώτη φορά ένιωθε έτσι. Σ'όλη τη μέχρι τότε ζωή του, ήταν κλεισμένος όχι μόνο στον εαυτό του, αλλά και από τους άλλους χωριανούς του. Τους απέφευγε γιατί νόμιζε πως τον βλέπανε σαν κακούργο, σαν ένα ξένο που ήρθε σ'αυτό το χωριό να κρύψει τη ντροπιασμένη μορφή του. Τώρα ήθελε νατους φωνάξει: ''Έι σεις κιοτήδες. Κοιτάξτε, ο γιός μου πολεμάει αντρίκεια με τα παλληκάρια του Λαϊκού Στρατού. Άιντε λοιπόν, τα δικά σας παιδιά τι κάνουν;'

Click on an image to view it in the image viewer

Local cover image