| 000 | 02343nam a22002657a 4500 | ||
|---|---|---|---|
| 001 | PLP - 11839 | ||
| 003 | PLP | ||
| 005 | 20210527131747.0 | ||
| 006 | a||||er|||| 00| j | ||
| 007 | ta | ||
| 008 | 210119t1989 gr ||||e |||| 00| j gre d | ||
| 020 | _a960-211-052-Χ | ||
| 040 |
_aPLP _bgre _cPLP _dPLP _eaacr |
||
| 041 | 0 | _agre | |
| 082 | 0 | 4 | _a889.3 |
| 100 | 1 |
_aΚαζαντζής, Τόλης, _d1938-1991 _922248 |
|
| 245 | 1 | 2 |
_aΤο τελευταίο καταφύγιο : _bκαι άλλα διηγήματα / _cΤόλης Καζαντζής. |
| 260 |
_aΑθήνα : _bΝεφέλη, _c1989. |
||
| 300 |
_a155 σ. ; _c17 εκ. |
||
| 490 | 1 | _aΣύγχρονη ελληνική πεζογραφία | |
| 520 | _a«Ξημέρωσε ο δείχτης πάλι Κυριακή» αγαπητέ κι εξημερώθη κείνη η σημαδιακιά η νύχτα του Σαββάτου μ' ένα μολυβένιο και μολυβή ουρανό, που λες και γύρευε να σαβανώσει κείνη τη μέρα-σκόλης. Όμως αυτή ήταν σαβανωμένη αποβραδίς με τίμιο άλικο αίμα που εκχύθηκε μ' όλη την ορμή της σταματημένης απότομα ζωής, από νεανικά κορμιά, αυτά που ο θάνατος δε μπόρεσε να αποδιώξει από πάνω τους το σφρίγος, παρ' όλο που τους περιέλουσε μ' εκείνη την απαίσια ώχρα. Όμως εγώ όπως και συ, έτι, που λένε, πλέον, αδερφέ μου, έχουμε τις δικές μας Κυριακές να μας πληγώνουν και να τις θρηνολογούμε κι όχι τις άλλες που έλεγα, τις επίσημες, τις πάνδημες και κατεστημένες, αυτές που τις επήρανε, καλή τους ώρα, τα παιδόπουλά μας, και τις σεργιανάνε άδοντας με πλαστικά σεκλέτια μέσα σ’ αυτά τα ομοιώματα, τις οιονεί ταβέρνες. | ||
| 650 | 4 |
_aΕλληνική λογοτεχνία _92562 _vΔιήγημα |
|
| 830 | 0 |
_aΣύγχρονη ελληνική λογοτεχνία (Νεφέλη) _918644 |
|
| 942 |
_2ddc _cAF |
||
| 999 |
_c11839 _d11839 |
||