000 02749nam a22002777a 4500
001 PLP - 16403
003 PLP
005 20251103152506.0
006 a||||er|||| 00| f
007 ta
008 251103t2009 gr ||||e |||| 00| f gre d
020 _a978-960-05-1413-1
040 _aPLP
_bgre
_cPLP
_dPLP
_eaacr
041 0 _agre
082 0 4 _a889.3
100 1 _925353
_aΜακριδάκης, Γιάννης,
_d1971-
245 1 2 _aΗ δεξιά τσέπη του ράσου :
_bνουβέλα /
_cΓιάννης Μακριδάκης.
250 _a1η έκδ.
260 _aΑθήνα :
_bΕστία,
_c2009.
300 _a143 σ. ;
_c21 εκ.
490 1 _aΣύγχρονη ελληνική πεζογραφία ;
_v158
520 _aΤη νύχτα που πέθανε ο αρχιεπίσκοπος γέννησε η Σίσσυ. Έκανε τρία κουτάβια σα θρεμμένα ποντικάκια. Ο Βικέντιος από μέρες την είχε κατά νου. Περίμενε. Είχανε σωθεί τα φουντούκια στην τσέπη του ράσου του. Πηγαινοερχότανε μες στο μοναστήρι, μοναχικός διακονητής, κι εκείνη, φουσκωμένη, έτρεχε βαριανασαίνοντας από πίσω του, ταμένη να συντροφεύει τα βήματά του στο μαγειριό, στο προαύλιο, στα αγριεμένα πια κηπάρια και στην πεζούλα με τους σταυρούς. Ο Βικέντιος, μοναχικός μοναχός, πενθεί για την αδικοχαμένη σκυλίτσα του, την ίδια στιγμή που λαός και επίσημη Εκκλησία πενθούν τον Μακαριστό Αρχιεπίσκοπο. Κατόπιν, καθώς οι κεφαλές της Εκκλησίας μετέχουν σε ιερές και ανίερες διαδικασίες διαδοχής, εκείνος αγωνιά να κρατήσει στη ζωή έστω και έναν από τους τρεις νεογέννητους διαδόχους της νεκρής σκυλίτσας. Mια έντονα σημειολογική νουβέλα που ακροβατεί μεταξύ προσωπικού και συλλογικού πένθους, προσωπικής και συλλογικής ελπίδας. Από τον συγγραφέα-έκπληξη του μυθιστορήματος "Ανάμισης ντενεκές".
650 4 _95035
_aΕλληνική λογοτεχνία
_vΝουβέλα
830 0 _917236
_aΣύγχρονη ελληνική πεζογραφία (Εστία)
942 _2ddc
_cAF
999 _c16403
_d16403