000 03302nam a22002417a 4500
001 PLP - 16639
003 PLP
005 20260203143712.0
006 a||||er|||| 00| 1
007 ta
008 260203t2008 gr ||||e |||| 00| 1 gre d
020 _a978-960-441-955-5
040 _aPLP
_bgre
_cPLP
_dPLP
_eaacr
041 0 _agre
082 0 4 _a889.3
100 1 _929420
_aΨαρρού, Ελένη
245 1 0 _aΜπλε φόρεμα στη θάλασσα :
_bμυθιστόρημα /
_cΕλένη Ψαρρού
260 _aΑθήνα :
_bΜοντέρνοι Καιροί,
_c2008
300 _a149 σ. ;
_c21 εκ.
520 _aΤα μεσάνυχτα με βρήκαν οι στρατιώτες ξυλιασμένη μες στη βάρκα. Με οδήγησαν στο σαλόνι που ήταν γεμάτο με αξιωματικούς. Ο Φρέντερικ μου πρόσφερε ποτό και με σύστησε στους άλλους αξιωματικούς. Στη συνέχεια με έγδυσε μπροστά τους. Προσευχόμουν όταν όλοι έβγαζαν επιφωνήματα θαυμασμού και χτυπούσαν παλαμάκια. Ο Φρέντερικ περιέλουσε με κρασί το γυμνό μου σώμα και τότε άρχισαν όλοι να με γλείφουν. Ξαφνικά ακούστηκε ένας φοβερός θόρυβος και όλοι πέσαμε στο πάτωμα. Το πλοίο χτύπησε πάνω σε έναν ύφαλο. Με την αναστάτωση που δημιουργήθηκε κατάφερα να βάλω το μπλε μου φόρεμα και να πέσω στη θάλασσα. Μέσα στα παγωμένα νερά, όμως, μ' έπιασε ένας Γερμανός και άρχισε να με χτυπάει στο πρόσωπο. Μια βάρκα μας περιμάζεψε. Από τη μύτη μου έτρεχε αίμα. Ο Φρέντερικ, μόλις με είδε, με χαστούκισε δυνατά και μετά διέταξε να με κλειδώσουν στην κουκέτα. Με κοίταζε με τα γερακίσια, λάγνα μάτια του. Ήταν κατακόκκινος. Φοβήθηκα. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα τι θα πει κόλαση. Η απόγνωση όπλισε το χέρι μου. Με το μπουκάλι τον χτύπησα στο κεφάλι. Φόρεσα βιαστικά τη στολή του και το καπέλο του και βούτηξα ξανά στα μαύρα νερά. Πιάστηκα από το σκοινί της άγκυρας ενός καϊκιού. Σκαρφάλωσα στην πλώρη του και γδύθηκα. Από μέσα το μπλε φόρεμα είχε τα χάλια του. Κολύμπησα ως την ακτή. Πιο κάτω συνάντησα δύο πτώματα. Μύριζαν σαπίλα. Πλησίασα, πήρα τα παπούτσια από τη γυναίκα, το μαντίλι και το σάλι της. Ήταν αρχές Οκτωβρίου κι έκανε ψύχρα...
650 4 _93512
_aΕλληνική λογοτεχνία
_vΜυθιστόρημα
942 _2ddc
_cAF
999 _c16639
_d16639