000 03229nam a22002657a 4500
001 PLP - 16811
003 PLP
005 20260604152253.0
006 a||||er|||| 00| j
007 ta
008 260604t1996 gr ||||e |||| 00| j gre d
020 _a960-03-1492-6
040 _aPLP
_bgre
_cPLP
_dPLP
_eaacr
041 0 _agre
082 0 4 _a889.3
100 1 _aΓκιώνης, Δημήτρης,
_d1939-
_9162
245 1 3 _aΤο περίπτερο :
_bαφήγημα /
_cΔημήτρης Γκιώνης
250 _a4η έκδ.
260 _aΑθήνα :
_bΚαστανιώτης,
_c1996
300 _a163 σ. ;
_c21 εκ.
520 _a«Η σειρά μου να ιδώ τη φιγούρα της μητέρας μου στο μικρό παράθυρο της κουζίνας, καθώς το φορτηγό του Πούλου έστριβε και χανόταν από τα μάτια του χωριού. Χωμένος σε κάτι τσουβάλια, στην κορυφή της ανοιχτής καρότσας, με τα λιγοστά πράγματά μου παραδίπλα, άφηνα τους δικούς μου και το χωριό όπου γεννήθηκα με χαρά. Επιτέλους, θα γνωριζα κι εγώ την Αθήνα. – Τυχερέ! μου λέγανε τα φιλαράκια μου το τελευταίο βράδυ, καθώς το κουβεντιάζαμε σ' εκείνο το παλιό φυλάκιο, το κάστρο μας. – Και να μας γράφεις κάνα γράμμα, ρε! Αποβραδίς η μητέρα με είχε ετοιμάσει: να με πλύνει, να μου ξεχωρίσει τι ρούχα θα φορέσω στο ταξίδι, μερικά ακόμα καθαρά ρούχα για την Αθήνα – όλα καμωμένα από την ίδια, όλα σ' έναν ντορβά. Και σ' ένα δεύτερο χυλοπίτες, τραχανά, τυρί φέτα, μυτζήθρα, καρύδια για τους Αθηναίους. Και ξεχωριστά, σ' ένα φακιόλι, λίγα φαγώσιμα κι ένα παγούρι νερό για μένα, για το ταξίδι. – Να ’σαι φρόνιμος, μη σε στείλουν πίσω!» Στην Αθήνα της δεκαετίας του ’50 μεταφέρει τον Δημήτρη Κούκο, το μικρό ήρωα του αφηγήματός του Τώρα θα δεις... ο Δημήτρης Γκιώνης. Και πάλι μια σειρά από εικόνες γεμάτες τρυφερότητα και χιούμορ μέσα από τα μάτια ενός χωριατόπουλου, που αφυπνίζεται σιγά σιγά σε μια Αθήνα που απλώνεται -και αλώνεται- για να χωρέσει αυτούς που εγκαταλείπουν την επαρχία για να μοιραστούν μεταξύ πρωτεύουσας και ξενιτιάς.
650 4 _aΕλληνική λογοτεχνία
_vΑφήγημα
_912081
651 4 _aΑθήνα (Ελλάδα)
_xΚοινωνικές συνθήκες
_y20ος αι.
_926077
942 _2ddc
_cAF
999 _c16811
_d16811